Η δεξιά ιστορία σίγουρα επαναλαμβάνεται

Με αφορμή την ίδρυση του νέου (ο Θεός να το κάνει νέο δηλαδή) κόμματος της κ.Μπακογιάννη είπα να κάνω μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν της δεξιάς στην Ελλάδα, έτσι για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι. Ποιος να το φανταζόταν λοιπόν ότι η παράταξη που κυβέρνησε τον τόπο από τον εμφύλιο μέχρι τη δικτατορία θα καταντούσε το ανέκδοτο της δεκαετίας. Εγώ που δεν ανήκα ποτέ σε αυτή την παράταξη έχω αρχίσει να τους λυπάμαι κομματάκι. Βέβαια, υπάρχουν αρκετοί λόγοι για το ότι πλέον δεν πείθουν ούτε τους εαυτούς τους ότι αποτελούν αξιόπιστη κυβερνητική λύση. Και αυτούς τους λόγους εύκολα μπορεί να τους καταλάβει κανείς αν ρίξει μια ματιά στην πορεία της δεξιάς στη μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας. Γιατί τελικά, πράγματι όλα εδώ πληρώνονται.

Για λόγους συντομίας, θα αναφερθώ κυρίως στη μεταπολιτευτική ιστορία της δεξιάς. Μετά λοιπόν την πτώση της χούντας, η δεξιά δεν ήταν ιδιαιτέρως δημοφιλής στην Ελλάδα, και αν δεν είχε μπει το δίλημμα «Καραμανλής ή τανκς», ότι δηλαδή αν δεν αναλάμβανε μια κυβέρνηση που να εμπιστεύεται η Αμερική, η οποία και τότε όπως και τώρα έλυνε και έδενε, πολύ πιθανόν να μας φιλοδωρούσαν με νέο πραξικόπημα, πιθανότατα δε θα είχε βγει ποτέ δεξιά κυβέρνηση το διάστημα 1974-81. Αυτό οφειλόταν φυσικά στο μεγάλο και αμαρτωλό παρελθόν που είχε η δεξιά στη χώρα μας. Το διάστημα από το τέλος του εμφυλίου μέχρι τη δικτατορία, κατά το οποίο κυβέρνησαν σχεδόν αποκλειστικά δεξιές κυβερνήσεις, είχε αφήσει βαθιά σημάδια στη συνείδηση του ελληνικού λαού. Οι φυλακίσεις, τα βασανιστήρια και οι εξορίες των αριστερών, οι πολιτικές δολοφονίες, η δουλοπρεπής υποταγή στα αμερικανικά κελεύσματα, η φανερή νοθεία των εκλογών όποτε υπήρχε έστω και μικρή πιθανότητα να κερδίσει η αριστερά, οι μηχανορραφίες του παλατιού και οι πολιτικές αναταραχές (βλέπε αποστασία του ’65) που οδήγησαν τελικά στο πραξικόπημα, ήταν γεγονότα που δε μπορούσαν εύκολα να ξεχαστούν, και που είχαν συνδεθεί άρρηκτα με τη δεξιά παράταξη. Έτσι, μόλις μεσολάβησαν λίγα χρόνια μετά την πτώση της χούντας και απομακρύνθηκε ο κίνδυνος των τανκς, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να πλασάρει το κόμμα της υποτιθέμενης αλλαγής και να φέρει το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, εκμεταλλευόμενος την επιθυμία των Ελλήνων να απαλλαγούν από τις δεξιές κυβερνήσεις και όσα αυτές αντιπροσώπευαν.

Ο Παπανδρέου πατήρ ήταν, κατά τη γνώμη μου, παντελώς αδιάφορος για τα συμφέροντα της χώρας, υπήρξε όμως εξαίρετος δημαγωγός και άριστος ψυχολόγος των μαζών.  Λανσάροντας από τη μια ένα δήθεν επαναστατικό προφίλ, το οποίο βέβαια περιοριζόταν σε κινήσεις εντυπωσιασμού, μια και ποτέ δεν έκανε κάτι πραγματικά ριζοσπαστικό, και από την άλλη διορίζοντας αφειδώς κόσμο και ντουνιά στο δημόσιο και σπαταλώντας τεράστια ποσά από τα ευρωπαϊκά πακέτα χρηματοδότησης – ποσά που προορίζονταν για την ανάπτυξη της χώρας αλλά κατέληγαν στις τσέπες των ανθρώπων του κόμματος – κατάφερε να αγαπηθεί τόσο από τον κόσμο ώστε να χρησιμοποιείται ακόμα και μετά θάνατον ως σύμβολο του κόμματός του, παρά το ότι επί κυβέρνησής του ήταν που το ελληνικό χρέος άρχισε να ανεβαίνει σε πραγματικά επικίνδυνα επίπεδα. Όμως χάρη στις ρητορικές του ικανότητες αλλά και στο μηχανισμό στήριξης του ΠΑΣΟΚ στο δημόσιο τομέα που είχε δημιουργήσει με όλους αυτούς τους διορισμούς, κατάφερε να περάσει απαρατήρητο το οικονομικό πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί.  Βοήθησε βέβαια και το γεγονός ότι η δικτατορία και τα εγκλήματα της δεξιάς αποτελούσαν ακόμα πρόσφατο παρελθόν. Έτσι χρειάστηκε να ξεσπάσει το περιβόητο σκάνδαλο με τα πάμπερς – πού να φανταζόμασταν τότε πόσο κοινότυπη θα γινόταν η λέξη ‘σκάνδαλο’ στην ελληνική πραγματικότητα – για να χάσει το ΠΑΣΟΚ οριακά τις εκλογές του 1989. Ακολούθησαν η κυβέρνηση συνεργασίας Ν.Δ. – Συνασπισμού και η οικουμενική κυβέρνηση, οι οποίες πάντοτε θα πιστεύω ότι δεν τελεσφόρησαν γιατί κανείς εκ των συμμετεχόντων δεν ήθελε να μοιράζεται την πίτα με τους άλλους, για να καταλήξουμε τελικά στην κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Τι γινόταν όμως η δεξιά παράταξη – κατά κόσμον Ν.Δ. – όλο αυτό το διάστημα; Όπως είχα πει και πριν, δεν ήταν ιδιαιτέρως δημοφιλής. Για πρώτη φορά εδώ και πολλές δεκαετίες, είχαν αντιστραφεί οι ρόλοι, και πλέον το να είναι κανείς δεξιός ήταν κάτι σαν στίγμα, κάτι ανάλογο με το στίγμα του κομμουνιστή στη μετεμφυλιακή περίοδο. Επιπλέον, μετά την αποχώρηση του Καραμανλή, η Ν.Δ. έπασχε και από έλλειψη ηγέτη. Αρχικά ανέλαβε ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ο οποίος δεν κατάφερε να ξεχωρίσει ιδιαίτερα, και στη συνέχεια ο Κ. Μητσοτάκης, γνωστός και ως ‘αρχιγκαντέμης’, ‘δράκουλας’ και άλλα συναφή επίθετα. Επίσης εκείνη την περίοδο είχαμε την πρώτη – μικρή – διάσπαση της Ν.Δ. , με την αποχώρηση του Κ. Στεφανόπουλου, μετέπειτα προέδρου της Δημοκρατίας, που αποχώρησε από τη Ν.Δ. για να ιδρύσει τη ΔΗ.ΑΝΑ. Όμως, η περιβόητη ρήση του Αβέρωφ ‘όποιος φεύγει από το μαντρί τον τρώει ο λύκος’ , επαληθεύτηκε και η ΔΗ.ΑΝΑ. κατάφερε να εκλέξει μόλις ένα βουλευτή στις τρεις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις του ’89-90. Και αυτόν τον ένα όμως ο Μητσοτάκης τον κατάφερε να επιστρέψει ως άσωτος υιός στη Ν.Δ. και έτσι εξασφάλισε τη φοβερή πλειοψηφία των 151 εδρών και έγινε επιτέλους πρωθυπουργός.

Η τριετία της πρωθυπουργίας Μητσοτάκη σημαδεύτηκε από πολλά γεγονότα, σχεδόν όλα δυσάρεστα. Μπήκε για καλά στο λεξιλόγιό μας η λέξη ‘λιτότητα’, εμφανίστηκε το Σκοπιανό, και φυσικά είχαμε σχεδόν καθημερινά αντιδράσεις και κινητοποιήσεις στην πολιτική της κυβέρνησής του, η οποία περιλάμβανε μεταξύ άλλων πολλές ιδιωτικοποιήσεις ΔΕΚΟ – τελικά, ελάχιστες από αυτές πραγματοποιήθηκαν. Το ΠΑΣΟΚ κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του είχε διεισδύσει σε όλα τα συνδικαλιστικά όργανα και τον κρατικό μηχανισμό, και δυσκόλευε πολύ το έργο της κυβέρνησης, η οποία βέβαια έκανε και αρκετούς λανθασμένους χειρισμούς, κυρίως σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, όπου ο σημερινός αρχηγός της Ν.Δ. ο κ. Σαμαράς έδωσε ρεσιτάλ κοντόφθαλμης  και άκαμπτης πολιτικής, αλλά και σε θέματα ιδιωτικοποιήσεων που τα χειρίστηκαν μάλλον αδέξια. Βοήθησαν και δυο-τρία σκάνδαλα που βγήκαν στη φόρα – υποκλοπές, αρχαιοκαπηλία κ.α. – και στο τέλος της τριετίας, ο κ.Σαμαράς αποχώρησε προκαλώντας τη δεύτερη διάσπαση της Ν.Δ. , ίδρυσε την ΠΟΛ.ΑΝ. και έριξε την κυβέρνηση Μητσοτάκη, για να επιβεβαιωθεί και το ρητό που λέει πως ‘όλα εδώ πληρώνονται’. Και έτσι η δεξιά έχασε για μια ακόμα φορά την εξουσία, και επανήλθε το ΠΑΣΟΚ…

Όσο λοιπόν βρισκόμασταν στο έλεος της Μιμής πρώτα και του εκσυγχρονιστή Σημίτη στη συνέχεια, η δεξιά περνούσε νέα κρίση ηγεσίας. Μετά την αποχώρηση Μητσοτάκη ανέλαβε καταρχήν ο Έβερτ, ο οποίος δεν φτούρησε καθόλου, και μετά ο Καραμανλής ο νεότερος, ή Κωστάκης, ή μπουχέσας, του οποίου το μοναδικό προσόν ήταν ότι ήταν ανιψιός του θείου του και είχε το ίδιο επώνυμο μ΄αυτόν. Πάω στοίχημα ότι αν η συγγένεια ήταν απ’τη μεριά της μάνας του και δεν είχε το επώνυμο Καραμανλής, ούτε που θα τον σκέφτονταν για αρχηγό. Τέλος πάντων, δεν είχαν και κανέναν άλλο με περισσότερες ηγετικές ικανότητες, οπότε απ’το ολότελα, καλή κι η Παναγιώταινα. Επειδή όμως οι ηγετικές ικανότητες δεν είναι κληρονομικές, ο Κωστάκης δεν κατάφερε ούτε να επιβληθεί στο κόμμα του, ούτε να πείσει σαν ηγέτης, ακόμα κι απέναντι στον Σημίτη, που όσο να πεις, χαρισματικό ηγέτη δεν τον λες. Επιπλέον είχε και το πρόβλημα να έχει τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης εναντίον του, μια και στο ΠΑΣΟΚ είχαν αντιληφθεί ότι δε θα μπορούσαν να κρύβονται εσαεί πίσω από το φάντασμα του μακαρίτη Παπανδρέου, κι έτσι επένδυσαν ουκ ολίγα στη χειραγώγηση των μέσων ενημέρωσης. Βλέπεις ο αυριανισμός είχε παραγίνει γραφικός, και καιρός ήταν πλέον να αναβαθμίσουν την παραπληροφόρηση. Παρόλα αυτά, η φούσκα του Χρηματιστηρίου δεν ήταν κάτι που μπορούσε να καλυφθεί μόνο με παραπληροφόρηση, και μετά από αυτό και κάμποσα άλλα σκάνδαλα, ο Κωστάκης κατάφερε επιτέλους να γίνει πρωθυπουργός. Όχι επειδή ο κόσμος τον εμπιστευόταν, αλλά επειδή είχε βαρεθεί τον Σημίτη, και ο Γιωργάκης που έφτασε επιτέλους στην κατάλληλη ηλικία για να κληρονομήσει…εε, συγγνώμη, ήθελα να πω να αναλάβει την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ, ήταν ακόμα λιγότερο πειστικός… Εκτός όμως από αυτές τις αρχηγικές ανακατατάξεις, δεν έλειψαν και άλλες μεταβολές στους κόλπους της δεξιάς. Είχαμε μια ακόμα διάσπαση με την αποχώρηση Καρατζαφέρη και την ίδρυση του ΛΑΟΣ, που μέχρι στιγμής κατάφερε να επιβιώσει έξω απ’το μαντρί, πιθανότατα επειδή οι ακροδεξιοί κι οι βασιλόφρονες βρήκαν επιτέλους κάποιον να ψηφίζουν. Αντίθετα, η ΠΟΛ.ΑΝ. είχε μάλλον άδοξο τέλος, και τα περισσότερα από τα στελέχη της, που έτσι κι αλλιώς προέρχονταν κυρίως απ’ τη Ν.Δ., επέστρεψαν στο μαντρί.

Όπως είπαμε όμως και πριν, ο Κωστάκης, όσο κι αν προσπαθούσε να περάσει την εικόνα του…στιβαρού ηγέτη, δεν μπορούσε να ελέγξει το παραμικρό στην κυβέρνηση και στο κόμμα του. Γκάφες και πισώπλατα μαχαιρώματα σωρηδόν, και σκάνδαλα επί σκανδάλων, που τα μέσα ενημέρωσης προέβαλλαν με πολύ μεγαλύτερη προθυμία από τα αντίστοιχα του ΠΑΣΟΚ, με δυο λόγια τα έξι χρόνια της διακυβέρνησής του υπήρξαν ούτε λίγο ούτε πολύ καταστροφικά τόσο για τη χώρα όσο και για το κόμμα του. Βέβαια η ζημιά είχε αρχίσει από πολύ νωρίτερα, αλλά με τους λάθος χειρισμούς του και τη συγκυρία της οικονομικής κρίσης, έγινε πιο εμφανής από ποτέ. Η Ν.Δ. έχασε κάθε αξιοπιστία σαν κυβέρνηση, και ο Κωστάκης ουσιαστικά παρέδωσε την εξουσία κηρύσσοντας πρόωρες εκλογές, και μετά την προδιαγεγραμμένη ήττα του την έκανε με ελαφρά (τρόπος του λέγειν) πηδηματάκια, αφήνοντας τους άλλους βαρόνους του κόμματος να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους. Μάλλον οι κυβερνητικές ευθύνες του έπεσαν βαριές στο στομάχι…

Όσο η Ν.Δ. ήταν στην εξουσία, δεν είχαμε άλλες διασπάσεις, μια και κανείς σώφρων πολιτικός δεν αφήνει το φαγοπότι στη μέση. Μόλις όμως έχασε τις εκλογές, και ο Κωστάκης αποχώρησε για να αφοσιωθεί στην πραγματική του κλίση – τη μάσα και το playstation – , ξέσπασε ο εμφύλιος.  Άλλος απόγονος ιστορικού ηγέτη δεν υπήρχε για να κρατήσει τα μπόσικα,  και ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για τους επίδοξους ηγέτες της δεξιάς…Τρεις αυτή τη φορά οι διεκδικητές της αρχηγίας (ο Ψωμιάδης δεν λογαριάζεται), και οι τρεις αμαρτωλοί, ο καθένας με τον τρόπο του. Η Ντόρα, κόρη του Μητσοτάκη, ο οποίος Μητσοτάκης είχε βάλει λυτούς και δεμένους για να επανέλθει η αρχηγία στην οικογένειά του. Ο Σαμαράς, που κάποτε είχε γίνει αιτία να χάσει η Ν.Δ. την εξουσία, διεκδικούσε τώρα την αρχηγία της. Και ο Αβραμόπουλος, ο οποίος παρεμπιπτόντως είχε δοκιμάσει παλιότερα να ξεμυτίσει απ’το μαντρί, αλλά κατάλαβε εγκαίρως τι τον περίμενε και έσπευσε να ξαναχωθεί μέσα. Με αυτούς τους υποψήφιους, ήταν επόμενο ότι θα γινόταν της αρχηγίας το κάγκελο μέχρι να νικήσει κάποιος. Αρχικά φαινόταν ότι αυτός ο κάποιος θα ήταν η Ντόρα, μια και είχε τον έλεγχο της πλειοψηφίας των βουλευτών της Ν.Δ. Όμως ο Σαμαράς έκανε δυο πολύ έξυπνες κινήσεις. Πρώτον την υποχρέωσε ουσιαστικά να συμφωνήσει στην εκλογή του αρχηγού από τη βάση και όχι από τους βουλευτές, η οποία βάση είχε βαρεθεί την οικογενειοκρατία, και δεύτερον προσεταιρίστηκε τον Αβραμόπουλο, ο οποίος είχε καταλάβει ότι θα ερχόταν τρίτος και καταϊδρωμένος και προτίμησε να κάνει μια επωφελή συμμαχία. Κι έτσι η Ντόρα έχασε την αρχηγία της Ν.Δ. , και ο Μητσοτάκης είχε έναν ακόμα λόγο να καταριέται τον Σαμαρά…

Η μάχη μεταξύ των υποψηφίων όμως δεν άφησε τη Ν.Δ. χωρίς απώλειες. Παρόλες τις διακηρύξεις περί ενότητας που έκαναν οι υποψήφιοι αρχηγοί της Ν.Δ., ήταν πασιφανές ότι η Ντόρα δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να παραμείνει σε ένα κόμμα του οποίου δεν ήταν αρχηγός – όχι πως ο Σαμαράς ήθελε να την κρατήσει. Και όπως όλοι γνωρίζουμε, πολύ σύντομα η Ντόρα αποχώρησε για να ιδρύσει νέο κόμμα με παλιά στελέχη, και η Ν.Δ. διασπάστηκε για νιοστή φορά – λίγο ακόμα και θα φτάσει τον ΣΥΡΙΖΑ σε διασπάσεις. Τι συμπέρασμα βγαίνει όμως από όλα αυτά; Αυτό που παρατήρησα εγώ προσωπικά ήταν ότι το κόμμα που ήταν τον περισσότερο καιρό στην εξουσία, το ΠΑΣΟΚ, είχε πολύ λιγότερες διασπάσεις από ότι η Ν.Δ. που ήταν τον περισσότερο καιρό αντιπολίτευση. Επίσης ότι η συντριπτική πλειοψηφία των διασπάσεων συνέβαινε σε περιόδους αντιπολίτευσης και όχι κυβέρνησης. Για όσους ακόμα δεν κατάλαβαν, να το πω απλά: δεν είναι η ιδεολογία που ενώνει, αλλά η εξουσία. Αν η Ντόρα είχε κερδίσει τη μάχη της αρχηγίας, θα έβγαινε ποτέ να λέει για τα λάθη της κυβέρνησης Καραμανλή και να υπερψηφίζει το μνημόνιο; Αν ο Σαμαράς δεν ήταν αρχηγός της Ν.Δ. τώρα, θα παρέμενε στο κόμμα ή θα έφευγε; Και στο ΠΑΣΟΚ, όλοι αυτοί οι σοσιαλιστές και πρώην αριστεροί που διαφωνούν – υποτίθεται – με το μνημόνιο, γιατί δεν το καταψήφισαν, κι ας τους διέγραφε μετά ο Γιωργάκης; Αλλά προφανώς, ανάμεσα στην καρέκλα και τη συνείδηση, η επιλογή είναι πολύ εύκολη. Όταν υπάρχει εξουσία – και χρήμα – οι ιδεολογίες και οι προσωπικές αντιπάθειες μπαίνουν στο περιθώριο. Όταν αυτά λείψουν, τότε θυμούνται όλοι τις ιδεολογικές και προσωπικές διαφωνίες τους. Πλέον δεν έχει νόημα να ψηφίζεις ΠΑΣΟΚ επειδή είσαι αριστερός, ή Ν.Δ. επειδή είσαι δεξιός, επειδή και αυτοί οι ίδιοι δεν πιστεύουν πλέον σε αυτά τα πράγματα. Είναι λοιπόν καιρός να σταματήσουμε να τα πιστεύουμε κι εμείς για να μην πιανόμαστε κορόιδα.

Για το κλείσιμο, αφιερώνω το ακόλουθο τραγουδάκι στην οικογένεια Μητσοτάκη, με αφορμή την ίδρυση του νέου κόμματος…Εύχομαι να έχει την ίδια τύχη με τα προηγούμενα…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: